Το κοράλλι, ο Ναυτίλος και η Θάλασσα… Σε έναν βυθό όπου το φως ταξίδευε αργά και τρυφερά, ζούσε ένα μικρό κοράλλι. Κάθε του κύτταρο έμοιαζε να αναπνέει ρυθμικά με την καρδιά της θάλασσας. Μα δεν ήταν πάντα έτσι, κάποτε το κοράλλι είχε φοβηθεί τη θύελλα που το είχε παρασύρει και έκλεισε τα χρώματά του μέσα στο ασβεστολιθικό του κέλυφος.
Μια μέρα, κοντά του πέρασε ένας ναυτίλος – ένα αρχαίο πλάσμα με καμπυλωτό κέλυφος, που κουβαλούσε στο εσωτερικό του θαλάμους γεμάτους αέρα και μνήμες. Ο ναυτίλος του ψιθύρισε:
«Ξέρεις, αλλάζω συνεχώς. Καθώς μεγαλώνω, δεν γκρεμίζω τους παλιούς θαλάμους μου· απλώς χτίζω καινούριους γύρω τους. Έτσι χωράει μέσα μου η ζωή.»
Το κοράλλι τον άκουσε και ένιωσε για πρώτη φορά ότι η αλλαγή δεν σημαίνει απώλεια, αλλά μετακίνηση, ίσως εξέλιξη. Η θάλασσα, που τους τύλιγε απαλά, λες και χαμογέλασε. Ήταν η ίδια η πνοή της αποδοχής – εκείνη η αόρατη δύναμη που, αν την αφήσεις, σε βοηθά να αναπτυχθείς χωρίς να σε κρίνει.
Κάπως έτσι, λένε, μιλούσε και ο Carl Rogers, ένας άνθρωπος της στεριάς που όμως καταλάβαινε τους βυθούς της ψυχής. Πίστευε ότι, όπως το κοράλλι χρειάζεται καθαρό νερό για να ανθίσει, έτσι κι ο άνθρωπος χρειάζεται ενσυναίσθηση, αποδοχή και αυθεντικότητα για να βρει τον εαυτό του. Δεν ήθελε να «διορθώνει» τα άτομα, αλλά να στέκεται πλάι τους, όπως η θάλασσα στέκεται στο κοράλλι – δίνοντάς του χώρο να γίνει αυτό που μπορεί να γίνει.
Και το κοράλλι κύλησε, φανέρωσε όλα τα χρώματά του. Δεν είχε αλλάξει απλώς μορφή, είχε βρει το κουράγιο να είναι.